ευπροαίρετος

εὐπροαίρετος, -ον (Α)
αυτός που έχει καλή προαίρεση, ο καλοπροαίρετος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + προ-αιρετός (< προ-αιρούμαι)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐπροαίρετος — having a good moral purpose masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροαιρέτως — εὐπροαίρετος having a good moral purpose adverbial εὐπροαίρετος having a good moral purpose masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροαίρετον — εὐπροαίρετος having a good moral purpose masc/fem acc sg εὐπροαίρετος having a good moral purpose neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροαιρέτου — εὐπροαίρετος having a good moral purpose masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροαιρέτους — εὐπροαίρετος having a good moral purpose masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροαιρέτῳ — εὐπροαίρετος having a good moral purpose masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροαίρετοι — εὐπροαίρετος having a good moral purpose masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.